γεωργία

γεωργ-ία, ,
A tillage,

τῆς Χερσονήσου Th.1.11

, etc.; agriculture, farming, Pl.Smp.187a, etc.; γ. ψιλή tillage of arable land and pasture, opp. πεφυτευμένη, of vineyards and orchards, Arist.Pol.1258b17.
2 in pl., farms, tilled land,

τοῖς μὲν γεωργίας ἐπὶ μισθώσεσι παραδιδόντες Isoc.7.32

, cf. Pl. Lg.806d, Luc.Prom.14, etc.; rarely in sg., D.30.30
.
II metaph., source of income, Lib.Or.39.12.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γεωργία — γεωργίᾱ , γεωργία tillage fem nom/voc/acc dual γεωργίᾱ , γεωργία tillage fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γεωργία — Τεχνική με την οποία καλλιεργούμε φυτά διατροφής και βιομηχανικά, χρήσιμα στον άνθρωπο, αλλά και ζωοτροφές για την κτηνοτροφία. Η γ. αποτελεί τμήμα της γεωπονίας, η οποία περιλαμβάνει όχι μόνο τις δραστηριότητες των γεωργών, αλλά και τις… …   Dictionary of Greek

  • γεωργίᾳ — γεωργίαι , γεωργία tillage fem nom/voc pl γεωργίᾱͅ , γεωργία tillage fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γεωργία — η η καλλιέργεια της γης: Οι περισσότεροι κάτοικοι αυτής της χώρας ασχολούνται με τη γεωργία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • γεωργία — [гэоргиа] ουσ. в. земледелие, сельское хозяйство …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • γεώργια — γεώργιον field neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βασιλειάδου, Γεωργία — (Αθήνα 1903 – 1980). Ηθοποιός του θεάτρου και του κινηματογράφου. Σπούδασε φωνητική μουσική στη Σχολή Γεννάδη. Έκανε την πρώτη της εμφάνιση, ως μέλος χορωδίας, το 1923 στη σκηνή του θεάτρου Ολυμπία και στη συνέχεια καθιερώθηκε στο θέατρο πρόζας… …   Dictionary of Greek

  • Σάνδη, Γεωργία — (Sand, ψευδώνυμο της Armandine Aurore Dupin). Γαλλίδα συγγραφέας (Παρίσι 1804 Νοάν, Εντρ 1876). Στα 18 της χρόνια παντρεύτηκε το βαρώνο Ντυντεβάν, απόστρατο συνταγματάρχη από τον οποίο χώρισε το 1831· στο μεταξύ είχε αρχίσει να γράφει.… …   Dictionary of Greek

  • Ανεζίνη-Λεράκη, Γεωργία — (Βέροια 1941 –). Νομικός και συγγραφέας, σύζυγος του λογοτέχνη Κυριάκου Λεράκη. Σπούδασε στη νομική σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Στα γράμματα παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 1976 με τη συλλογή διηγημάτων Τα πικρά και τα… …   Dictionary of Greek

  • Δεληγιάννη-Αναστασιάδη, Γεωργία — (Σμύρνη 1904 –). Δημοσιογράφος και λογοτέχνης. Σπούδασε στη Σμύρνη. Μετά τη Μικρασιατική καταστροφή του 1922 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και εργάστηκε ως δημοσιογράφος. Παράλληλα ασχολήθηκε και με την παιδική λογοτεχνία. Έγραψε ποιήματα και… …   Dictionary of Greek

  • Νότια Γεωργία — (South Georgia). Νησί (4.144 τ. χλμ., 4.000 κάτ.) του νότιου Ατλαντικού που βρίσκεται μεταξύ 54° και 55° νότιου γεωγραφικού πλάτους περίπου 2.000 χλμ. στα Α της Γης του Πυρός· διοικητικά εξαρτάται από τη βρετανική αποικία των νήσων Φάλκλαντ, αλλά …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.